Καρυκεύματα

Κάρδαμο

Κάρδαμο

Το κάρδαμο ή καρδάμωμο ή το κακουλέ, είναι μπαχαρικό που προέρχεται από τους σπόρους διαφόρων φυτών του γένους Ελεττάρια (Elettaria) και Άμωμον (Amomum) στην οικογένεια Ζιγγιβεροειδών (Zingiberaceae). Και τα δύο γένη είναι εγγενή στην Ινδία, το Πακιστάν, το Νεπάλ, το Μπουτάν και αναγνωρίζονται από τους μικρούς λοβούς του σπόρου, τριγωνικοί στη διατομή και σχήματος ατράκτου, με ένα λεπτό χαρτώδες εξωτερικό κέλυφος και μικρά μαύρα κουκούτσια (στο εσωτερικό τους).

Η Γουατεμάλα, όπου ο Γερμανός παραγωγός καφέ Oscar Majus Kloeffer εισήγαγε το Ινδικό κάρδαμο πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει καταστεί ο μεγαλύτερος παραγωγός και εξαγωγέας κάρδαμου παγκοσμίως, ακολουθούμενη από την Ινδία. Ορισμένες άλλες χώρες, όπως στη Σρι Λάνκα, έχουν επίσης αρχίσει να το καλλιεργούν. Οι λοβοί της Elettaria έχουν χρώμα ανοιχτό πράσινο, ενώ οι λοβοί της Amomum είναι μεγαλύτεροι και χρώματος σκούρο καφέ.

Το κάρδαμο είναι το τρίτο πιο ακριβό μπαχαρικό στον κόσμο, υπερτερούμενου σε τιμή ανά βάρος, μόνο από το σαφράν και τη βανίλια.

Ετυμολογία

Η λέξη «κάρδαμο» προέρχεται από το Λατινικό cardamomum, που είναι η Λατινοποιημένη μορφή του Ελληνικού «καρδάμωμον». Αυτό είναι  μία συνένωση της λέξης «κάρδαμον» + «άμωμον», η οποία ήταν πιθανότατα η ονομασία ενός είδους Ινδικού φυτού μπαχαρικού.

 Η παλαιότερη βεβαιωμένη μορφή της λέξης «κάρδαμον» που σημαίνει κάρδαμο, είναι στα Μυκηναϊκά ελληνικά ka-da-mi-ja. Γραμμένη σε Γραμμική Β συλλαβική γραφή,  στη λίστα αρτυμάτων, με τα δισκία των «Μπαχαρικών», βρέθηκε μεταξύ των ανακτορικών αρχείων, στον Οίκο των Σφιγγών στις Μυκήνες.

Στην Καινή Διαθήκη η λέξη ἄμωμον εμφανίζεται σε σχέση με ένα αρωματικό φυτικό προϊόν και συχνά μεταφράζεται ως «μπαχαρικό». Το «άμωμον» θα μπορούσε να προέρχεται και κάποια βιβλία το θέτουν έτσι, από το επίθετο ἄμωμος «άμεμπτος, χωρίς μομφή».  Δεδομένου ωστόσο, ότι το ἄμωμος είναι μια περιφερειακή και ποιητική μορφή, αυτό μπορεί να είναι λιγότερο πιθανό από ό,τι (που τα άλλα βιβλία θέτουν) η καταγωγή από τα Αραμαϊκά hemama, η οποία όμως δεν ήταν δυνατό να επαληθευτεί.

Η σύγχρονη ονομασία του γένους Ελεττάρια (Elettaria), προέρχεται από την τοπική ονομασία. Η ρίζα ēlam μαρτυρείται σε όλες τις Δραβιδιανές γλώσσες δηλ. Κανάντα elakki , Τελούγκου yelakulu,  Ταμίλ elakkai  και Μαλαγιαλαμικά elakkay . Το δεύτερο στοιχείο kai σημαίνει «σπόρος» ή «καρπός».

Η περιοχή του Malabar είχε ιστορικές εμπορικές συνδέσεις και ήταν μια εξέχουσα περιοχή καλλιέργειας κάρδαμου. Μια συγγενική ρίζα είναι επίσης παρούσα στα Χίντι , Μπενγκάλι και Παντζάμπι  «πράσινο κάρδαμο». Η κοινή πηγή είναι Σανσκριτική, όπου το κάρδαμο ονομάζεται ela ή ellka. Στο Μαραθικά είναι κοινώς γνωστό ως Velchi  ή Veldoda.

Τύποι και διανομή

Υπάρχουν δύο κύριοι τύποι κάρδαμου:

  • Το γνήσιο ή πράσινο κάρδαμο (ή όταν λευκανθεί, το λευκό κάρδαμο) που προέρχεται από το είδος Elettaria cardamomum και διανέμεται από την Ινδία μέχρι τη Μαλαισία.
  • Το μαύρο κάρδαμο, επίσης γνωστό ως καφέ, μεγαλύτερο, μακρύτερο ή το κάρδαμο του Νεπάλ, που προέρχεται από δύο είδη, το Amomum costatum και το Amomum subulatum, τα οποία διανέμονται κυρίως στην Ασία και την Αυστραλία.

Οι δύο τύποι καρδάμου, καρδάμωμον και ἄμωμον, διακρίθηκαν στο τέταρτο π.Χ. αιώνα από τον Έλληνα πατέρα της Βοτανικής, Θεόφραστο. Ορισμένοι από τους άγνωστους πληροφοριοδότες του, του είπαν ότι αυτές οι ποικιλίες, ήρθαν στην Ελλάδα από την γη των Μήδων στη βόρεια Περσία, ενώ άλλοι γνώριζαν ότι αρχικά ήρθε από την Ινδία.

Χρήσεις

Και οι δύο μορφές του κάρδαμου χρησιμοποιούνται ως αρτύματα και καρυκεύματα στη μαγειρική, τόσο στα τρόφιμα όσο και στα ποτά καθώς και ως φάρμακο. Το Ε. cardamomum (πράσινο κάρδαμο) χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό, ως μασητικό (σ.σ. σαν τσίχλα) και στην ιατρική.  Μερικές φορές επίσης, ως καπνιστό (σ.σ. σαν τσιγάρο).

Το πράσινο κάρδαμο μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και ως συστατικό του μπαχαράτ.

Οι φυλές στη Νότιο Αφρική, το χρησιμοποιούν ως σωματικό βοήθημα, για τους ασθενείς και σαν θυσία προς τους θεούς τους.

Στη Ελλάδα, χρησιμοποιείται συνήθως στις βασιλόπιτες την Πρωτοχρονιά.

Πηγή: Wikipedia